Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Τα λόγια σου τα θεία...

 [...] Καθώς ερχόμουνα για δω, βλέπω, εδώ κοντά, στην πλατεία Κάνιγγος, έναν ανθρωπάκο, κιτρινιάρη, αδύνατο, σα να είχε σηκωθεί από μεγάλη αρρώστεια, να σκάβει σ'ένα οικόπεδο. Από πάνω του στεκότανε και τον κοίταζε ένας αντράκλας, θηρίο σωστό, γίγας! Με το τσιγάρο στο στόμα και τυλιγμένος στο επανοφώρι του... Ε, τότε τι μου ήρθε στο νου, που είδα αυτό; ένα γίγαντα, που μπορούσε να σκάψει για δέκα και έναν αρρωστιάρη να πολεμά να σκάψει...
 Θέλησα ναχα μια δύναμη να έκανα όλους αυτούς τους δυστυχισμένους, που εργάζονται σ'αυτές τις δουλιές, να τους έκανα να πετούσανε αυτή τη βρώμικη ζωή!... Να σκοτωνόντουσαν ίσαμε τον τελευταίο! Στο διάβολο όλα! Ε, και τότε τι θα γινότανε, βρε παιδιά, το βάζετε με το νου σας; Ε, μωρέ, τότε θα βλέπατε όλους αυτούς τους άρχοντες, τους πλουσίους, που πολλοί απ'αυτούς είνε τόσο καλά φκιασμένοι απ΄τη φύση, γεροί, δυνατοί, για να δουλεύουνε τη γη! Σου έχουνε κάτι χέρια, χερούκλες! που άμα τις βλέπεις να κρέμουνται έτσι άχρηστες, λυπάσαι! Είνε σα να βλέπεις πρώτης τάξεως εργαλεία να σκουριάζουνε στον τοίχο κρεμασμένα! Λοιπόν, τότε, αν γινόταν αυτό, θα βλέπατε τους άρχοντες να τρώνε με τον ιδρώτα τους το ψωμί τους και όχι με τον ιδρώτα των άλλων.

Δημοσθένης Βουτυράς, Ζωή αρρωστεμένη και άλλα διηγήματα, Εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκης. Αθήναι 1921

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου