Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

"ΚΙΧΛΗ" Β'

                            Κι όμως τ’ αγάλματα  
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο  
στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα  
γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό  
κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος·  
λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ’ ένα ανθρώπινο βάρος.  
Δεν το ξεχνάς.
                               —Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο.    
—Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;  
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,   
με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες  
κι όμως την ξέρεις.  
                            Όπως όταν  
στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις  
γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι όλο φοβάσαι,  
καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι,  
τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου·
φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει  
σ’ άλλα κρεβάτια περασμένα τώρα  
που ωστόσο θα μπορούσαν να στοιχειώσουν  
τόσο εύκολα τόσο εύκολα και ν’ αναστήσουν
είδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ήταν μια φορά·
την ηδονή τους.  
                           Όπως όταν
γυρίζεις απ’ τα ξένα και τύχει ν’ ανοίξεις  
παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό  
και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες  
σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν
και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας  
μιας νέας μορφής.  
                          Αλήθεια, τα συντρίμμια  
δεν είναι εκείνα· εσύ ’σαι το ρημάδι·  
σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά
στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις  
των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου·  
μιλούν για περιστατικά που θά ηθελες να μην υπάρχουν  
ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,  
κι αυτό είναι δύσκολο γιατί…
                              —Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο.
 
Καληνύχτα.
        —…γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,  
είμαστε εμείς. Τ’ αγάλματα λυγίζουν αλαφριά… καληνύχτα.

Γιώργος Σεφέρης, "ΚΙΧΛΗ", 1947

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου